ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΔΥΤΙΚΟΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΣΩΜΑΤΕΙΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΓΡΕΒΕΝΩΝ
ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ
ΚΟΖΑΝΗΣ
ΦΛΩΡΙΝΗΣ
"Η ΚΑΡΤΕΡΙΑ"
Σωματεία
Σωματεία από το νομό Κοζάνης

Σύλλογος Πλατανορρευματινών Θεσσαλονίκης
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Πρόεδρος:  ΜΠΑΛΤΑ ΧΡΥΣΟΥΛΑ
Αντιπρόεδρος:  ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ
Γ. Γραμματέας:  ΤΣΙΓΚΑΝΟΥΛΑ ΧΡΥΣΟΥΛΑ
Ταμίας:  ΝΤΟΥΦΑΣ ΑΡΗΣ

Το Πλατανόρρευμα είναι μεγάλο χωριό του Νομού Κοζάνης, πλάι στα Σέρβια.
Στη θέση που βρίσκεται υπήρχε οργανωμένος οικισμός ήδη από τον 70 μ.χ. αιώνα. Αυτό προκύπτει από προφορικές παραδόσεις και διάφορα αρχαιολογικά ευρήματα (πήλινα αγγεία, επιγραφέςκαι νομίσματα) και ερείπια (αξιομνημόνευτα τα απομεινάρια του υδραγωγείου, που σώζονταν μέχριτα μέσα του 190υ αιώνα, όπως μαρτυρεί ο ιστορικός Κ. Γουναρόπουλος, που έφερε στο φως η έρευναστην τοποθεσία «Καρυές», όπου βρισκόταν το «Παλαίκαστρο». Κατά τα θρυλούμενα, το Παλαίκαστρο, που συνδεόταν με το γειτονικό κάστρο των Σερβίων, αποτέλεσε κατά καιρούς και έδρα των αρχόντων της περιοχής.

Ο οικισμός ακολουθεί - στη διάρκεια των κατοπινών αιώνων - τη μοίρα του υπόλοιπου Ελληνισμού: μετά την ακμή των Βυζαντινών χρόνων ακολουθεί η κατάρρευση και η υποδούλωση.

Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας και λόγω των καταπιέσεων και των αυθαιρεσιών εκ μέρους των κατακτητών, πολλοί από τους κατοίκους του χωριού έφυγαν προς ασφαλέστερα μέρη, κυρίως προς άλλα ορεινότερα χωριά. Ίσως γι' αυτόν ακριβώς το λόγο εμφανίζεται στις πηγές μικρός μόνο αριθμός χριστιανικών οικογενειών που κατοικούσαν στο χωριό. Έως - το πολύ - τριάντα οικογένειεςμόλις καταμετρήθηκαν στο χωριό από τα μέσα του 190υ αιώνα έως την απελευθέρωσή του τον Οκτώβριο του 1912. Στο χωριό, που ήταν τσιφλίκι του Χουνσή μπέη, κατοικούσαν και αρκετές οικογένειες Τούρκων.

Στις 9 προς 10 Οκτωβρίου του 1912, ημέρα απελευθέρωσης της περιοχής από τον τουρκικό ζυγό, οι δημογέροντες του χωριού Γεώργιος Τσιμόπουλος, Γεώργιος Κοτρότσιος και Ιωάννης Κακαφίκας σφαγιάστηκαν στα Σέρβια από τους Τούρκους μαζί με 114 δημογέροντες της επαρχίας.

Την περίοδο της ιταλογερμανικής κατοχής και του εμφυλίoυ πολέμου το χωριό θρήνησε ανθρώπινα θύματα και υπέστη πολλές υλικές ζημίες.

Μεταπολεμικά - και παρά τη δημογραφική τόνωση με τη μετεγκατάσταση των Μοσχοχωριτών παρατηρήθηκε πληθυσμιακή μείωση, οφειλόμενη στη μαζική - εκατόν είκοσι από τις τριακόσιες συνολικά οικογένειες - αποδημία των κατοίκων προς τα μεγάλα αστικά κέντρα της ημεδαπής και χώρες του εξωτερικού.

Σήμερα το Πλατανόρρευμα είναι Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου Σερβίων, παρουσιάζει δε την όψη ενός ρυμοτομημένου και όμορφου πολίσματος, που κατοικείται από φιλόπονους και καλαίσθητους ανθρώπους.

’ξια της προσοχής του επισκέπτη είναι τόσο ο ναός της Γεννήσεως της Θεοτόκου, στο εσωτερικό υπέρθυρο του οποίου σώζεται ημικατεστραμμένο επίγραμμα, που έχει ως εξής: «...ιστορήθη ο θείος και πάνσεπτος ναός της Υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας αρχιερατεύοντος του πανιερωτάτου και θεοπροβλήτου επισκόπου κυρ. κυρ. Βενιαμίν ιερατεύοντος Παπανέστωρα και διά συνδρομής και δαπάνης του τιμιωτάτου κυρίου Βαγγέλη εκ της ιδίας χώρας επιτροπεύοντος... 1821», όσο και τα παλαιότατα δυστυχώς ακόμη αχρονολόγητα - εξωκλήσια της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος και του Αγίου Νικολάου.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο οικισμός του Μοσχοχωρίου, που βρίσκεται σε μικρή απόσταση νότια του χωριού. Οι κάτοικοι του Μοσχοχωρίου εγκατέλειψαν οριστικά τις εστίες τους την περίοδο 1943-1946 λόγω των κατολισθήσεων, αλλά και των διωγμών και των δηώσεων που υπέστησαν, τόσο από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής, όσο και από τις εμφύλιες συρράξεις, και μετοίκησαν στο Πλατανόρρευμα.

Στον παλιό οικισμό του Μοσχοχωρίου βρίσκονται ο ναός του Αγίου Αθανασίου, από τον οποίο σώζεται μόνο το κωδωνοστάσιο, και η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, η οποία φέρει τοιχογραφίες και φορητές εικόνες βυζαντινής τεχνοτροπίας, επιγραφή ανεγέρσεως και ωραιότατο ξυλόγλυπτο τέμπλο.

Οι Μοσχοχωρίτες τιμούσαν τον ’γιο Αθανάσιο με τον ίδιο τρόπο που εξακολουθούν να τιμούν και την Αγία Παρασκευή. Κατά την ημέρα που πανηγυρίζει ο ναός της Αγίας Παρασκευής αδιάλειπτα από τα παλιότερα χρόνια μέχρι και τις ημέρες μας πραγματοποιείται η τελετή της σφαγής του μοσχαριού, της μοσχίδος, εξ ης, ίσως, προέρχεται και η ονομασία του οικισμού: χωρίον της μοσχίδος = Μοσχοχώριον. Η παράδοση μάλιστα αναφέρει τα εξής:

«...Προ αιώνων εθυσιάζετο έλαφος, ήτις ήρχετο μόνη της εις τον χώρον της θυσίας. Αυτή δε εθύετο μεσολαβούντος χρόνου τινός ικανού προς ανάπαυσίν της. Κάποιο έτος όμως εσφάγη προτού αναπαυθεί. Έκτοτε ουδέποτε ενεφανίσθη εις τον χώρον της πανηγύρεως έλαφος. Κατόπιν αυτών, την θέσιν τηςελάφου κατέλαβε μοσχίς, μεταφερομένη από τους κατοίκους...».